Diamond Head – The Coffin Train

Diamond Head - The Coffin Train

Diamond Head – The Coffin Train

Η δισκογραφία των Diamond Head, αποτελεί μία συλλογή από διαμάντια στην δισκοθήκη κάποιου συλλέκτη δίσκων αυτού του είδους μουσικής. Φυσικά, για τους φανατικούς ακροατές του συγκροτήματος, ξεχωρίζουν κάποια άλμπουμ, τα οποία είναι εύκολο να διακρίνει και ένας ψύχραιμος παρατηρητής των πραγμάτων.

Εκείνο το στοιχείο που κάνει στα αλήθεια ανεκτίμητους τους Diamond Head, τέσσερις δεκαετίες τώρα, είναι η αντίληψη που έχουν για την μουσική και τις κοινωνικές δυναμικές: (Φοβερές συνθέσεις σε όλους τους δίσκους τους,  ο τρόπος με τον οποίο δένουν στο “κατάρτι” τους ετερόκλητα είδη της Rock μουσικής είναι ξεχωριστός, και η ατραπός του “τζεντλεμανισμού” ως μονόδρομου που επέλεξαν να διαβούν).

Ειδικά σε αυτό το τελευταίο, διακρίνονται ορισμένες από τις αιτίες που τους κόστισαν από το να απολαμβάνουν τις δάφνες τους, όπως συμβαίνει με άλλους συμπατριώτες τους. Σε αυτό το σημείο δεν επιχειρείται να αξιολογηθεί ο “τζεντλεμανισμός” κανενός· ότι έχει καταφέρει καθένα από τα μεγάλα συγκροτήματα της Μ. Βρετανίας, το έχει καταφέρει με πραγματική δουλειά και μεγάλο κόπο, πολλές φορές μάλιστα κάτω από δύσκολες οικονομικές ή άλλες συνθήκες.

Παρά τις δοκιμασίες που πέρασαν και τα λάθη που έκαναν οι Diamond Head, σήμερα βρίσκονται και πάλι εδώ – ανανεωμένοι και σφόδρα αφοσιωμένοι στην τέχνη τους. Με μηχανοδηγό τον τζέντλεμαν Brian Tatler, δημιουργούν το “The Coffin Train”, τον όγδοο κατά σειρά δίσκο της καριέρας τους, ο οποίος συνεχίζει την μεγάλη παράδοση για καλή μουσική που έχει το συγκρότημα και δείχνει να είναι ισάξιος του προηγούμενου άλμπουμ τους ή και καλύτερος, καθώς προωθεί πιο συντεταγμένα τις προθέσεις του.

Ένα επιπλέον ατού για το συγκρότημα, απαρτίζει ο τύπος που στέκεται πίσω από το μικρόφωνο και το όνομα του είναι Rasmus Bom Andersen. Μολονότι Δανός, φαίνεται να έχει φάει «Αγγλία» παραπάνω από μία φορά (σύμφωνα με την εκδοχή που δίνει ο Robert Graves γι’ αυτήν την έννοια).

Όταν το τραίνο έχει σφυρίξει τρεις φορές, βρίσκεσαι αντίκρυ από την κάνη του εξάσφαιρου του Gary Cooper. Η μπασιά του riff από το “Belly Of The Beast” – που καλπάζει σαν ινδιάνικο άτι δίπλα από τις σιδηροτροχιές – σε ανταμείβει με την δυναμική του  και σου φέρνει στο μυαλό τον κλασικό ήχο του συγκροτήματος, αλλά κουβαλάει στην “σέλα” του και μια φρεσκάδα που εντυπωσιάζει και πωρώνει.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το επόμενο κομμάτι “The Messenger”, το οποίο ξεκινάει με παλιομοδίτικο τρόπο (σόλο της κιθάρας στην εισαγωγή) ενώ περιέχει δυνατά riffs και εξαιρετικές φωνητικές γραμμές. Το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ διαθέτει απίθανο κρεσέντο και προσφέρει ένα πολύ ιδιαίτερο κιθαριστικό σόλο του Tatler. Όσο για την ερμηνεία του Andersen, είναι μέλι πρωινό ανάμεσα στους βράχους. Πάντως, δεν θα ήταν λάθος να παραδεχτούμε ότι αυτό το κομμάτι θα ταίριαζε γάντι ως title song σε ταινία του James Bond – προσωπικά δεν θα με ενοχλούσε καθόλου αν άκουγα αυτό το κομμάτι σε φιλμ του Εγγλέζου πράκτορα.

Το  “Shades Of Black” που ακολουθεί, έχει έναν σταθερό αλλά ενδιαφέρον βηματισμό,  ώσπου να “σφυρίξει” το μπάσο και να παρασύρει όλους τους υπόλοιπους σε μία αργατινή ανηφοριά.

Φτάνοντας στο δεύτερο μισό του δίσκου – με το πρώτο να μας έχει αφήσει απολύτως ευχαριστημένους – το ακρόαμα συνεχίζεται με το “The Sleeper”.  Εδώ μιλάει η πένα (γραφίδα και πλαστικό έλασμα) του συνθέτη Brian Tatler, από κοντά όμως και ο Karl Wilcox. Χωρίς φληναφήματα, κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα από τα καλύτερα Βρετανικά επικά δράματα των τελευταίων ετών, ενώ για ακόμη μία φορά ο Andersen τρώει «Αγγλία».

Το επόμενο ακουστικό αποτέλεσμα είναι το “Death By Design”, το οποίο τελικά καταφέρνει να κερδίσει ένα μικρό μέρος της συμπαθείας μου διότι περισσότερο γέρνει προς την τετριμμένη πλευρά των πραγμάτων. Ωστόσο, το “ Serrated Love” που συνεχίζει την ροή του άλμπουμ εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς ξεκινά με ένα παράξενο riff που πλαισιώνεται σταδιακά από τα υπόλοιπα όργανα. Το μπάσο του Dean Ashton αναλαμβάνει κι εδώ ηγετικό ρόλο, παραδίδοντας την σκυτάλη με τον παράμεσο – ακριβώς στο στρατηγικό σημείο του τραγουδιού – στην κιθάρα του Tatler για να ξεκινήσει το ατίθασο σολάρισμα του που θα σβήσει με μία στεγανή μελαγχολία. Το τραγούδι τελειώνει με Ορφικές μελωδίες παιγμένες από ακουστική κιθάρα.

Ακολουθεί το “The Phoenix”, το προτελευταίο κομμάτι του δίσκου, του οποίου η αρχή με τις ακουστικές κιθάρες φέρνει στο νου τους The Who επί εποχής “Tommy”, λίγο πριν ο Roger Daltrey τραγουδήσει «See me, feel me, touch me, heal me». Το κομμάτι έχει ένα πολύ εθιστικό κοφτό riff που δρομολογεί τις καταστάσεις προοδευτικά στην διάρκεια του.

Ο Brian Tatler – συνεπικουρούμενος από τους υπόλοιπους τέσσερις Gentlemen που διάλεξε για να στελεχώσει το συγκροτήματα του –μας αποχαιρετά με ένα ιδανικό κομμάτι για κλείσιμο· “Until We Burn” ο τίτλος του, και αυτός ο αέρας συγκρατημένης συγκίνησης που μεταδίδει, κυοφορεί την υπόσχεση ότι θα υπάρξει και μία ασυγκράτητη συνέχεια – το συντομότερο δυνατόν φρονώ.

Συνοπτικά το “The Coffin Train” είναι ένας πραγματικά πολύ καλός δίσκος και ενδεχομένως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο περισσότερο αξιόλογος από τις τελευταίες κυκλοφορίες του συγκροτήματος. Κατέχει τα υλικά για να δικαιολογήσει έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Πρώτα απ’ όλα, έχει τα τραγούδια που οργώνουν ώτα, διαθέτει μία άψογη παραγωγή, η οποία δίνει την δυνατότητα σε όλα τα όργανα να αναπνεύσουν ισότιμα. Και το κυριότερο, διαθέτει το τσαγανό, που δύσκολα συναντάει κανείς σε συγκροτήματα αντίστοιχης ή νεαρότερης ηλικίας.

Εν κατακλείδι, υπάρχει ζωή και μετά το “Lightning To The Nations” για τους Diamond Head και όλης εκείνης της ωραίας παρέας, που μέχρι το 1983 διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επίτευξη του άριστου δυνατού αποτελέσματος του N.W.O.B.H.M.

Γεγονός που συνηγορεί υπέρ αυτής της θέσης, είναι η κυκλοφορία του προηγούμενου άλμπουμ που έφερε το όνομα τους, αλλά πολύ περισσότερο αποδεικνύεται με το “The Coffin Train”.

Ας ελπίσουμε ότι αυτή η νέα εποχή καλλιέργειας των Diamond Head να φυτέψει κι’ άλλες αμυγδαλιές, ώστε να γευτούμε ξανά τους καρπούς της συγκομιδής.

8/10

Ιορδάνης Παπαδόπουλος

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Gladiator - Designation

Gladiator – Designation

Η Τσεχοσλοβακία δημιουργήθηκε το 1918, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της με τη προσθήκη και την αφαίρεση κάποιων εδαφών, πάντα συμπεριλάμβανε την σημερινή Τσεχία και την Σλοβακία. Τα δύο έθνη ήταν δίγλωσσα, χρησιμοποιούσαν

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *